Αδιέξοδο
Share

Ο  τραγουδιστής και στιχουργός Σωτήρης Θεοχάρης και ο κιθαρίστας Δημήτρης Σπυρόπουλος γνωρίστηκαν τυχαία, το 1983 σε ένα ιστορικό στέκι της εποχής στην Αθήνα, στο "Dragon Fly". Και οι δύο, έχοντας πειραματιστεί με διάφορους μουσικούς, αναζητούσαν άτομα για να φτιάξουν μια αντισυμβατική punk μπάντα. Μετά από λίγες εβδομάδες αναζήτησης μέσα από κοινούς γνωστούς και φίλους, συνάντησαν τον Στάθη Παπανδρέου (ντράμς) και το Μίμη Αλημπράντη (μπάσο). Η παρέα ξεκίνησε να κάνει πρόβες και να γράφει τα πρώτα τραγούδια, φιλοξενούμενη σε στούντιο φίλων όπως η Γενιά του Χάους. Λίγο αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως στούντιο μέχρι και το τέλος της μπάντας ένα μουχλιασμένο, ετοιμόρροπο σπίτι στα Εξάρχεια που νοικιάστηκε και  επενδύθηκε με φελιζόλ. Με δανικά όργανα, αυτοσχέδιους ενισχυτές, χειροποίητα εφέ κιθάρας και κλεμμένο ρεύμα από το ρολόι της ΔΕΗ, αναμειγνύουν τον σχεδόν μηδενιστικό, οργισμένο Ελληνικό στίχο με το χαρακτηριστικό «ξυραφένιο» χαοτικό ήχο της κιθάρας και το τραχύ «άτεχνο» και ωμό ρυθμικό παίξιμο του μπάσου και των τυμπάνων, με φωνές που κραυγάζουν για να ακουστούν μέσα από το χάος.
Επιλέγουν το όνομα «Αδιέξοδο», ως την πλησιέστερη περιγραφή της αίσθησης που έχουν ως έφηβοι (οι ηλικίες είναι από 15 ως 18), οι οποίοι ζουν και μεγαλώνουν μέσα στο «ελληνικό όνειρο» της δεκαετίας του ‘80, σε μια εικονική δημοκρατία και μια πλαστή κοινωνία των «ίσων ευκαιριών» και της «εθνικής συμφιλίωσης», της μεταπολίτευσης.   
Η πρώτη τους εμφάνιση έγινε στις 16 Οκτωβρίου του '83 στο σινεμά "Ανεμώνη" στην Αγία Παρασκευή, μαζί με τους "Γενιά του Χάους" με τους οποίους την ίδια χρονιά ηχογραφούν την split κασέτα με τίτλο "Καλή Όρεξη», σε παραγωγή της "Art Nouveau".  Σύντομα, ο Μίμης Αλημπράντης και ο Στάθης Παπανδρέου αποχώρισαν και την θέση τους πήραν, στο μπάσο, η δεκατετράχρονη Μαρία Βασιλάκη -με την οποία ηχογραφούν το ‘84 δύο τραγούδια για τη συλλογή "Διατάραξη κοινής ησυχίας"- και ο Γιάννης Βεναρδής στα τύμπανα αντίστοιχα. Τη Μαρία Βασιλάκη διαδέχτηκε για λίγο ο Ντίνος Ζούμπερης και τελικά ο Νίκος 'Τσουλούφις' Χαραλαμπόπουλος στο μπάσο. Με αυτή τη σύνθεση, που ήταν και η μακροβιότερη, ηχογραφούν τον μόνο τους ολοκληρωμένο δίσκο με τίτλο "38 Χιλιοστά", ο οποίος κυκλοφορεί το '86, από την "Enigma records" σε οχτακόσια αντίτυπα.
Οι Αδιέξοδο ήταν μια μπάντα που κυρίως επεδίωκε να παίζει live, παρά να ηχογραφεί και στην σύντομη διαδρομή τους έπαιξαν σε πολλές συναυλίες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις. Έπαιξαν, κυρίως, σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ή αλληλεγγύης, σε πανεπιστήμια, σχολές και λύκεια και σε όλα σχεδόν τα γνωστά στέκια της εποχής, στα οποία φιλοξενήθηκε η underground σκηνή, όπως π.χ. το «Rodeo» και το «Κύτταρο». Πολλές φορές οι συναυλίες τους  ήταν επεισοδιακές και ταραγμένες,  ενώ συχνά κατέληγαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Κάποιες φορές έκαναν ξαφνικές εμφανίσεις, χωρίς να ανακοινωθεί το όνομα τους στους διοργανωτές, που φοβόντουσαν πιθανές ζημιές.
Οι Αδιέξοδο λειτούργησαν περισσότερο, ως μια παρέα ακτιβισμού και αμφισβήτησης, που έβρισκε κοινή έκφραση και δημιουργικότητα, χρησιμοποιώντας τη μουσική περισσότερο ως όπλο παρά ως «τέχνη». Ζώντας και κινούμενοι ενεργά μέσα στα αντιεξουσιαστικά κινήματα της εποχής, στις καταλήψεις και τις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής , χωρίς να ενταχθούν σε πολιτικούς σχηματισμούς, αρνούμενοι να αποδεχθούν κάποια ιδεοληπτική ταμπέλα και χωρίς ποτέ να υποταχθούν στην πολιτική ορθότητα, έκαναν τα θορυβώδη, βίαια, αγωνιώδη και γεμάτα εφηβική αδρεναλίνη βιώματα τους ήχο και λόγο. Στα τέλη του 1986, και ενώ είναι στην κορυφή της απήχησης τους, συνειδητοποιούν πως η έκρηξη του punk στην Ελλάδα παίρνει χαρακτηριστικά μόδας και ότι κινδυνεύουν να γίνουν «οι βασιλιάδες των ηλιθίων». Έτσι, αποφασίζουν από κοινού, πως είπαν ότι είχανε να πουν, και πως η πιο ειλικρινής στάση ήταν να διαλυθούν.  
Σε μια περίοδο πλαστής ευημερίας και ψεύτικου σοσιαλισμού, σε μια εποχή «δημοκρατικής» επιβολής τάξης και ασφάλειας, τότε που γεννιέται ο νεοελληνικός νεοπλουτισμός, η κουλτούρα των σκυλάδικων και των σταδίων, η «πεφωτισμένη  δεξιά», η «αριστερά του Κολωνακίου» και η φούσκα των «συμβολαίων με το λαό», οι Αδιέξοδο τόλμησαν να γράψουν μερικά από τα πιο πολιτικοποιημένα και αιχμηρά τραγούδια που ηχογραφήθηκαν ποτέ στην ιστορία του ελληνικού ροκ από καταβολές του. Με ήχο ακατέργαστο, επιθετικό, σκοτεινό, χαώδη και πρωτόγονο, άλλοτε με κυνισμό και ειρωνεία και άλλοτε με μανία και οργή, δημιούργησαν μια δική τους ξεχωριστή αισθητική που επηρέασε, υποχθόνια το επόμενο κύμα του ελληνικού punk. Ο παραγωγός της Enigma, Σπύρος Περιστέρης θα αποτυπώσει με επιτυχία τον ήχο τους στο άλμπουμ 38 χιλιοστά, ηχογραφώντας τους με live τρόπο, χωρίς overdubs, ως πραγματική εικόνα και προσπαθώντας στη μίξη να αποδώσει την ωμή αλήθεια, χωρίς να εξευγενίσει και να εξευμενίσει το αποτέλεσμα.   
Το «38 χιλιοστά» των Αδιέξοδο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα της εγχώριας underground σκηνής, στα μέσα του '80. Ένα βρώμικο διαμάντι ενστικτώδους και ειλικρινούς «άτεχνης υποκουλτούρας»  που αντιστάθηκε στην «τέχνη τους…».

 
GreekEnglish (United Kingdom)