Κώστας Καπνίσης
Share

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου του 1920. Οι γονείς του ήταν ο Χρήστος Καπνίσης και η Αφροδίτη Λαουτάρη. Η μητέρα του ήταν τραγουδίστρια και ηθοποιός τους ελαφρού μουσικού θεάτρου, ενώ ο ίδιος θεωρούσε σημαντικό ερέθισμα το ότι απέναντι από το εμπορικό κατάστημα του πατέρα του, βρισκόταν τότε ο μουσικός οίκος Γαϊτάνου, με ένα πιάνο το οποίο δέσποζε στο χώρο.
Σπούδασε πιάνο στο Ελληνικό Ωδείο και το 1943 πήρε μαθήματα από τον Σκαλκώτα και στην συνέχεια από τους Βώκο, Βάρβογλη και Γιάννη Παπαϊωάννου.
Το 1938 συνθέτει το πρώτο του τραγούδι, το «Γελάς», ενώ ακόμη πήγαινε σχολείο. Επαγγελματικά στον χώρο της σύνθεσης μπαίνει πολύ νέος, μόλις 19 ετών, όταν θα παρουσιάσει τις πρώτες του προσπάθειες στον χώρο του θεάτρου.
Θα γίνει ο προστατευόμενος της μεγάλης κυρίας του θεάτρου, Μαρίκας Κοτοπούλη, με την οποία θα συνεργαστεί αρκετές φορές.
Στα 21 του χρόνια εισέρχεται στο τότε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) ως μουσικός και ενορχηστρωτής και συμβάλει καθοριστικά στην δημιουργία της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής.
Το 1943 παίζει πιάνο στις μουσικές κωμωδίες του θεάτρου Κοτοπούλη, όπου και θα γνωρίσει τον Αλέκο Σακελάριο με τον οποίο θα αναπτυχθεί μια γόνιμη καλλιτεχνική φιλία και συνεργασία.
Το 1944 ο Αλέκος Σακελάριος του αναθέτει να γράψει το πρώτο του έργο για  το  «Η Λίζα τα έκανε θάλασσα». Θα συνεργαστεί  ξανά μαζί με τον πολυγραφότατο συγγραφέα στο «Fleur D' amour» το1946, σε μια παραγωγή όπου πρωταγωνιστούσαν οι Μυράτ, Λογοθετίδης, Κωνσταντάρας, αδελφές Καλουτά κ.α. Θα ακολουθήσει την περιοδεία του θιάσου Κοτοπούλη στην Κύπρο και επιστρέφοντας στην Αθήνα θα αναλάβει τη μουσική ενώ παράλληλα θα παίξει στο έργο του Σαρογιάν «Η πιο κρίσιμη ώρα της ζωής σου», στο οποίο υποδύθηκε έναν μαύρο πιανίστα. Το έργο κατέβηκε μέσα σε μισό μήνα λόγο ατυχήματος του Ντίνου Ηλιόπουλου και ο Καπνίσης θα υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία.
Στη δεκαετία του '50 θα μπει στον χώρο του κινηματογράφου. Μέσα σε μια δεκαετία συμμετέχει σε 23 ταινίες. Σε κάποιες θα γράψει έως και 200 σελίδες παρτιτούρες ενώ συνήθως θα κυμαίνονται περίπου στις 80.
Το 1951 ξεκινάει τη μεγάλη του καριέρα στην έβδομη τέχνη με το «Μια νύχτα στον Παράδεισο»,  στην οποία μοιράστηκε την μουσική δημιουργία με τον Θύμιο Παπαδόπουλο. Από τις πρώτες κινηματογραφικές δουλειές του ξεχωρίζουν το «Χαρούμενο ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου (1954), «Το κορίτσι με τα παραμύθια» (1956) και «Το ματωμένο ηλιοβασίλεμα» (1959) του Ανδρέα Λαμπρινού. Για την τελευταία συνέβαλε με το μουσικό ντύσιμο των χορευτικών στιγμών της, ενώ το υπόλοιπο score ανήκει στον Λυκούργο Μαρκέα. Την ίδια χρονιά το συγκεκριμένο έργο θα συμμετέχει στο φεστιβάλ των Καννών, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως χρησιμοποίησε για πρώτη φορά μεγάλη ορχήστρα, την κρατική του Ε.Ι.Ρ στην οποία διατελούσε ενορχηστρωτής και διευθυντής της. Κατάφερε να γράψει ένα επικό score, ελληνικής δημοτικής μουσικής (της οποίας ήταν και οπαδός) με ευρωπαϊκό στυλ, όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Τραγούδια θα συνεχίσει να γράφει μέχρι το 1959, τα περισσότερα από αυτά θα τα ερμηνεύσει ο  σχεδόν συνομήλικος του, Τώνης Μαρούδας.
Στην χρυσή δεκαετία του '60 θα γράψει μουσική για 60 περίπου ταινίες. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το 1960 γραφεί την μουσική για 4 ταινίες ενώ την επόμενη χρονιά σε 8, έχοντας σταθερή την απαίτηση να του διαθέτουν μια μεγάλη ορχήστρα. Το 1961 θα συνθέσει τη μουσική σε μια ταινία σταθμό για τον ελληνικό κινηματογράφο.Η μουσική του «Κατήφορου» σηματοδοτεί την συνεργασία του συνθέτη με την Finos Films, με την οποία συνεργάστηκε συνολικά 17 φορές και την απόλυτη καθιέρωση του στον χώρο της κινηματογραφικής μουσικής. Η τζαζ της οποίας ήταν μεγάλος οπαδός, το τσα τσα, το τσάρλεστον και το μπλουζ, βοηθούν να αναδειχτεί με τον καλύτερο τρόπο η νουάρ αισθητική στις εικόνες του Δαλιανίδη. Την περίοδο αυτή συνεργάζεται με μια πλειάδα διακεκριμένων δημιουργών της έβδομης Τέχνης, όπως ο Αλέκος Σακελάριος, Ντίνος Δημόπουλος, Σταύρος Τσιώλης, Πάνος Γλυκοφρύδης, Βαγγέλης Γεωργιάδης, Νίκος Φώσκολος, Γιώργος Τζαβέλας κ.α.
Το 1966 γίνεται πρόεδρος του πανελληνίου μουσικού συλλόγου ενώ από την ραδιοφωνία τον εκπαραθυρώνει το καθεστώς της χούντας και έκτοτε ασχολείται παράλληλα με τις εικαστικές τέχνες και ιδιαίτερα με τον χαλκό, έχοντας κάνει και έκθεση με τις δημιουργίες του.
Η μόνιμη εργασία του θα είναι στο ραδιόφωνο με την ενορχήστρωση και την διεύθυνση της ορχήστρας της ΕΡΤ ενώ με έναν πυρήνα αναγνωρισμένων πρωτοκλασάτων μουσικών, θα φτιάξει το συγκρότημά του. Το Συγκρότημα Κώστα Καπνίση αποτελούσαν οι Θεοδωρίδης Γιάννης (τρομπέτα), Αντώνης Σίβερας (βιολί/ τρομπόνι),Αυγέρης Νίκος (βιολί), Κρίθαρη Αλίκη (άρπα), Νίκος Γκίνος (πνευστά), Αλεξανδράτος Σπύρος (τρομπόνι), Πουλημένος Τάσος (φλάουτο/ σαξόφωνο), Μαρίκα (τρομπέτα), Γιάννης Τερεζάκης (όργανο), Ροδουσάκης Ανδρέας (κοντραμπάσο),Νίκος και Γιώργος Λαβράνος (ντραμς), Καλλίρης Τίτος (ηλεκτρική κιθάρα), Θεοδωρίδης Γιώργος (μπάσο) και Νίκος Τσεσμελής (μπάσο).
Τιμήθηκε 4 φορές με το Βραβείο καλύτερης κινηματογραφικής μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1962 για την ταινία του Τζον Κόντε "Τα χέρια", το οποίο δεν παίχτηκε στην Ελλάδα, το 1969 για τον «Πανικό» του Στάυρου Τσιώλη ενώ το 1977, την μοναδική χρονιά που το Φεστιβάλ Κινηματογράφου χωρίζεται σε κανονικό (κυβερνητικό) και αντιφεστιβάλ, θα κερδίσει το αντίστοιχο βραβείο και στις 2 εκδηλώσεις για την μουσική του στο ντοκιμαντέρ «Αλέξανδρος ο Μέγας. Ανάμεσα στην ιστορία και τον Θρύλο» (Θεσσαλονίκη 1977). Ο συνθέτης δεν θα παρευρεθεί σε καμιά από τις βραβεύσεις του.
Έλαβε επίσης μέρος σε πολλά Φεστιβάλ μεταξύ των οποίων στην Ισπανία το 1962, στη Βραζιλία το 1966 και το 1967, στη Χιλή το 1974, και δύο φορές στη Ρωσία το 1963 και το 1966.
Είχε τιμηθεί με Χρυσό Μετάλλιο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Βραζιλίας το 1967.
Ο Κώστας Καπνίσης ήταν μόνιμος κάτοικος Παλαιού Φαλήρου. Πέθανε στις 4 Ιουλίου του 2007, στο νοσοκομείο "Μετροπόλιταν", όπου είχε εισαχθεί έπειτα από χρόνια προβλήματα υγείας.

 
GreekEnglish (United Kingdom)