Γαϊτάνος Βασίλης

Ο Βασίλης Γαϊτάνος είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση δημιουργού ο οποίος διαπρέπει στο εξωτερικό, έχοντας δημιουργήσει ένα πολύ μεγάλο όνομα στις ζωντανές του εμφανίσεις με αποτέλεσμα πολλές φορές ο κορυφαίος εκτελεστικός του τρόπος να υποσκελίζει τον αντίστοιχο δημιουργικό.
Αναλυτικότερα, ο Βασίλης Γαϊτάνος είχε την ευχή και ταυτόχρονα την κατάρα ο πατέρας του να είναι ο Νομάρχης της Σπάρτης, μάλιστα σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας διαδέχτηκε τον πατέρα του Θεοδωράκη στην αντίστοιχη θέση της Νομαρχίας Πύργου. Δείχνοντας από μικρός κλίση στην μουσική δείχνει ένα πρώτο δείγμα του ταλέντου του όταν σε μια μοναδική εμφάνιση της Σοφίας Βέμπο με τον Μίμη Τραϊφόρο στον κινηματογράφο Αττικόν στην Σπάρτη του έγινε πρόσκληση να ανέβει στην σκηνή, το έπραξε δίχως δεύτερη σκέψη και εισέπραξε το χειροκρότημα και την αναγνώριση. Αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και την μετέπειτα πορεία του αφού παρά τις διαδοχικές μεταθέσεις του πατέρα του στην Κοζάνη, στην Σπάρτη, στην Άρτα κ.α., το ενδιαφέρον του για την μουσική παρέμεινε υψηλό.

 
Ως συνθέτης κάνει την πρώτη του πετυχημένη απόπειρα σε ηλικία 12 χρονών μελοποιώντας την «Αγράμπελη» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, όντας ακόμη αυτοδίδακτος και χωρίς μουσικές σπουδές και αγνοώντας φυσικά την μελοποίηση του Νικόλαου Μάντζαρου. Πλησιάζοντας στην ενηλικίωση και έχοντας ανήσυχο πνεύμα αποφασίζει να γραφτεί στην σχολή Εμποροπλοιάρχων και Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού και με τα πρώτα του χρήματα από την εργασία του αγοράζει ένα ακορντεόν καθώς και τις παρτιτούρες –οδηγούς εκμάθησης του Μανώλη Καλομοίρη μέσα από τις οποίες και μετά από εντατικό διάβασμα ανέπτυξε την δυνατότητα ανάγνωσης και γραφής παρτιτούρας. Δυστυχώς αυτή η μουσική του πρόοδος διακόπτεται απότομα από την επιστράτευση του χουντικού καθεστώτος, το οποίο τον βρίσκει στο λιμάνι της Χάβρης τον Δεκέμβρη του 1967.
Έπρεπε να έρθει το καλοκαίρι του 1970 για να απολυθεί και να βρεθεί στο Σικάγο ως μετανάστης ,όπου θα πιάσει δουλειά ως λαντζέρης αλλά παράλληλα και σε ένα εργοστάσιο ώστε να ανταπεξέλθει στις αυξημένες βιοποριστικές ανάγκες ενώ καθαρά και μόνο λόγω τύχης τον ακούνε σε ένα μπαρ όπου υπήρχε ανάγκη για έναν πιανίστα και έτσι βρίσκεται να παίζει ως μουσικός για πρώτη φορά ώστε να βιοποριστεί αλλά και να έρθει πιο κοντά στο όνειρό του. Σταδιακά η τύχη του χαμογελά αφού εμφανίζεται σε τοπικά τηλεοπτικά δίκτυα ενώ βρίσκει δουλειά σε μεγαλύτερα και φημισμένα για την εποχή κέντρα όπως το “Denny’s Den” και την «Πλάκα» όπου ντεπουτάρει και συμμετέχει μαζί του η Ζωή Φυτούση.
Παράλληλα με την καλλιτεχνική του εξέλιξη όμως ο Βασίλης Γαϊτάνος δεν παρέλειψε ως γνήσιος δημοκράτης να εναντιωθεί με κάθε τρόπο στο χουντικό καθεστώς και έχοντας τις κεραίες του ανοικτές οργώνει κυριολεκτικά τα αμερικάνικα πανεπιστήμια, δίνοντας ρεσιτάλ όπου σταθεί ,καταγγέλοντας την δικτατορία μέσα από το μοναδικό όπλο που είχε: την μουσική. Σταδιακά το ρεπερτόριό του αποτελείται αποκλειστικά από τραγούδια της λευτεριάς, τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, τα οποία απέδιδε με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όταν ο ίδιος ο Θεοδωράκης έφτασε στο Σικάγο και έψαχνε μουσικό, αμέσως όλοι να του συστήσουν τον δημοκράτη και ταλαντούχο Βασίλη. Στην τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε και νομίζοντας ότι πρόκειται για κακόγουστη φάρσα, ο Βασίλης Γαϊτάνος έκλεισε το τηλέφωνο στον συνθέτη αλλά μετά από δεύτερο επίμονο τηλεφώνημά του, κατάλαβε ότι στην γραμμή ήταν ο ίδιος ο Μίκης. Ακολούθησε μια πυρετώδης και εντατική περίοδος από το 1971 έως και το 1974 όπου ζώντας κυριολεκτικά ως νομάδες μαζί με την υπόλοιπη μπάντα, οργώσανε όλη την Αμερική και μεγάλο μέρος της Ευρώπης, μεταφέροντας το μήνυμα της λευτεριάς. Εξαιτίας αυτής της δραστηριότητάς του καταγγέλθηκε από τον Έλληνα πρόξενο στο Σικάγο και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια ερήμην του στρατοδικείο.
Με την πτώση της χούντας το 1974 δημιουργεί την μπουάτ «Κιβωτό» και παράλληλα σε βάθος χρόνου θα συνεργαστεί με κορυφαία ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, όπως την Μελίνα Μερκούρη, την Μάγια Μελάγια, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Σταμάτη Κόκκοτα, τον Τώνη Μαρούδα, τον Σώτο Παναγόπουλο, τον Φώτη Πολυμέρη, την Κλειώ Δενάρδου, τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιώργο Κατσαρό αλλά και τον Μάνο Χατζιδάκι. Επίσης το 1974 έρχεται στην Αθήνα όπου στο θέατρο Ρωμιοσύνη τον καλεί πάλι ο Μίκης Θεοδωράκης για να αποδώσουν το έργο “100 παραστάσεις Αρκαδία-Ζάτουνα” ενώ ακολουθεί πάλι περιοδεία στην Γαλλία, την Κύπρο και επιστροφή στο Σικάγο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 θα ηχογραφήσει στην Αμερική τον δίσκο “Vasilios Gaitanos sings” όπου με τον δικό του παθιασμένο και μοναδικό τρόπο αποδίδει τραγούδια σταθμούς που τον σημάδεψαν για πάντα στην μουσική του πορεία. Αξιομνημόνευτη είναι και η μελοποίηση ποιημάτων του Cardinal, του μεγάλου Νιγηριανού ποιητή των Sandinistas ,τα οποία και παρουσίασε στην Νικαράγουα το 1984.
Η επόμενη δεκαετία θα τον βρει με πολλά έντονα προβλήματα υγείας τα οποία όμως θα αντιμετωπίσει με επιτυχία ενώ η συμπαράσταση του κόσμου που πλέον τον λατρεύει είναι συνταρακτική όπως έχει αποτυπωθεί και σε διάφορα βίντεο στο διαδίκτυο και θα του δώσουν την δύναμη να σταθεί στα πόδια του και να μην λυγίσει. Παράλληλα γίνεται και η γνωριμία με την μετέπειτα σύντροφο της ζωής του, την δικηγόρο Δήμητρα Γιαννοπούλου η οποία σε μια απόλυτη έκφραση αγάπης και αλτρουισμού δωρίζει το ένα της νεφρό στον σύζυγό της για να τον κρατήσει στην ζωή και με την οποία συνεχίζουν μαζί στον στίβο της ζωής και του τραγουδιού μέχρι σήμερα ενώ παραμένοντας δημιουργικός θα συνεχίσει να μας χαρίζει ωραίες μελωδίες και τραγούδια μέσα από 3 άλμπουμ cd που είχε ήδη δημιουργήσει ενώ θα ακολουθήσουν το “Songs I love”, το «Αεράκι» το 2002, το «Να σε αγναντεύω Ελλάδα μου» το 2009 ενώ αναμένονται και οι επόμενες δουλειές του.

 

 
GreekEnglish (United Kingdom)